Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Σε είδα...

Μπήκες στο τρένο ξανά σήμερα το πρωί. Όπως έκανες σχεδόν κάθε πρωί εδώ και χρόνια. Εκεί στο τρίτο βαγόνι του Ηλεκτρικού στη γραμμή Πειραιάς - Κηφισιά. Ανέβηκες στην Ομόνοια και, σκουντώντας όποιον βρισκόταν μπροστά σου, χώθηκες στην πρώτη θέση που βρήκες ελεύθερη. Φορούσες μαϊμού μπλουζάκι Dolce & Gabbana, φτιαγμένο σε κάποια βιοτεχνία της Σιγκαπούρης, δεν ήσουν κορόιδο όπως έλεγες, χρώματος μάλλον απροσδιόριστου και γυαλιά ηλίου κινέζικα, αγορασμένα σε κάποια γωνιά της οδού Αθηνάς...


Ένιωσες σπουδαίος... Ένιωσες επιτέλους κάποιος...

Τότε την είδες. Καθόταν απέναντι σου. Είχε το βλέμμα της κολλημένο στο πάτωμα. Φορούσε μια πολύχρωμη μπλούζα που έλαμπε από την καθαριότητα, όπως ακριβώς τα μάτια της. Ήταν η μόνη στο βαγόνι που μπορούσες να δεις τα μάτια της, δεν φορούσε βλέπεις γυαλιά ηλίου. Μάλλον γιατί εκείνη ήταν η μόνη στο βαγόνι που δεν είχε τίποτα να κρύψει από τους άλλους...
Στα χέρια της είχε μια σειρά από ξύλινα αφρικάνικα βραχιόλια, να της θυμίζουν τη μακρινή της πατρίδα προφανώς, ενώ κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της μια τσάντα που έμοιαζε να κρύβει μέσα της όλο της το βιός.

Την κοίταξες με αποστροφή, φώναζες με το βλέμμα σου πόσο τη σιχαινόσουν... Που και που μουρμούριζες κάτι ακατάληπτες κουβέντες, συγχώρεσε με, δεν έβγαζα νόημα. Κάτι για τους ξένους που κουβαλήθηκαν για να σου πάρουν την περιουσία σου, κάτι για τους μαύρους που σκοτώνουν παιδιά και πουλάνε τα ναρκωτικά...
Και δώστου να ξεχειλίζει η αηδία σαν αφρός  γεμάτος δηλητήριο απ’ τη μαύρη ψυχή σου...

Με το βλέμμα τους να βρίσκει λύτρωση ταξιδεύοντας έξω απ' το παράθυρο...

Γύρω σου όλοι κοίταζαν έξω από τα παράθυρα μετρώντας με αφοσίωση τις ράγες. Κανένας δεν έβγαλε τα μαύρα του γυαλιά να δείξει τα μάτια του. Κανένας δεν γύριζε να κοιτάξει ούτε εσένα ούτε εκείνην. Μάλλον δε θα σας πρόσεξε κανείς τους... 

Σαν έφτασε η ώρα να κατέβεις, χτύπησες με λύσσα, βγάζοντας αφρούς από το στόμα σου,  το πόδι της περνώντας πλάι της. Οι κραυγές σου έγιναν ακόμα πιο άναρθρες, θύμιζαν εκείνη την πανάρχαια διάλεκτο που μιλούσαν στις σπηλιές οι πρόγονοί σου. Ένιωσες όμορφα που της έδωσες ένα μάθημα. 
Ένιωσες σπουδαίος και δυνατός. Ένιωσες κάποιος επιτέλους στη ζωή σου... Γύρω σου ο κόσμος συνέχισε να κοιτάει έξω από τα παράθυρα...



Κατέβηκες όσο πιο βιαστικά μπορούσες. Έπρεπε να κάνεις γρήγορα. Έπρεπε να προλάβεις να γυρίσεις σπίτι σου. Σχεδόν έτρεχες. Δεν ήθελες να λείπεις από το σπίτι όταν θα έπαιρνε τηλέφωνο ο γιος σου από τη Γερμανία. Δεν ήθελες να το χάσεις, θα στεναχωριόταν το παιδί με τόσα που τραβάει απ’ τους Γερμαναράδες εκεί στην ξενιτιά...    

2 σχόλια:

  1. Σκληρή αλλά απόλυτα ρεαλιστική η ιστορία σου Στέφανε.
    Ο ρατσισμός σ' όλες του τις εκφάνσεις.
    Την καληνύχτα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Μαρία!
      Μια καθημερινή, φανταστική αλλά απόλυτα πραγματική, ιστορία που έχουμε βιώσει όλοι μας...
      Δυστυχώς...
      Καλή δύναμη, Μαρία μου!

      Διαγραφή