Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Εκείνος ο Νοέμβρης...

Ήμουν μικρό παιδί, θυμάμαι. Μαθητής της Τρίτης ή Τετάρτης του 1ου Δημοτικού Καλαμαριάς. 
Το ένιωθα παντού στην ατμόσφαιρα, κάτι μεγάλο συνέβαινε. Κανείς δε μιλούσε γι αυτό, κανένας δεν τολμούσε να ανοίξει μια κουβέντα που, όπως κατάλαβα εκ των υστέρων, το πιο πιθανό ήταν να αποτελέσει και εισιτήριο άνευ επιστροφής για τόπους μακρινούς και εξωτικούς, όπως το Μακρονήσι ή η Γυάρος.


Α. Τάσσος, Αγωνιστές. Λεπτομέρεια από τη σύνθεση 17 Νοεμβρίου 1973 για το Πολυτεχνείο. 1973-1975.


Το ένιωθα όμως παντού, η αύρα του έμοιαζε να άγγιζε τους πάντες. Το καταλάβαινα πως κάτι πολύ σοβαρό γινόταν από το θυμωμένο βλέμμα του κυρίου Παπαδόπουλου, του Διευθυντή του Δημοτικού μου. Ξέχασα να σας πω πως ο πατέρας μου έλεγε πως έπρεπε να προσέχω πολύ τι λέω και τι κάνω στο σχολείο. Τόσο ο κύριος Παπαδόπουλος έλεγε, και τα μάτια του άλλαζαν χρώμα, όσο και οι περισσότεροι από τους δασκάλους μας με πρώτη την κυρία Ζαφειρούλα, ήταν καθίκια και φασιστόμουτρα του κερατά. Την σιχαινόμουν την κυρία Ζαφειρούλα. Ήταν η δασκάλα μου στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και σα να ‘ταν χθες τη θυμάμαι που υποχρέωνε την συμμαθήτρια μου την Αρετή να στέκεται όρθια στη γωνία σε όλη τη διάρκεια του μαθήματος των Θρησκευτικών επειδή ήταν, όπως φώναζε με εκείνη την απαίσια φωνή της, γιαχωβού. Η κυρία Ζαφειρούλα μάλιστα μας υποχρέωνε να πηγαίνουμε και κάθε Κυριακή στο κατηχητικό της ενορίας μας, έλεγε πως όποιος δεν έρθει θα ψάχνει τον πατέρα του σε καμιά φυλακή... Εγώ το σιχαινόμουν το κατηχητικό. Δεν είναι μονάχα ότι μου μύριζε άσχημα ο παπα-Νίκος όταν μας ανάγκαζε να του φιλάμε το χέρι. Είναι πιο πολύ γιατί ήξερα πως αν δεν πήγαινα καμιά Κυριακή θα μου έπαιρναν τον πατέρα μου όπως είχαν πάρει τον πατέρα του συμμαθητή μου, του Βασίλη. Και μετά ένα πρωί σταμάτησε και ο φίλος μου ο Βασίλης να έρχεται στο σχολείο. Κανείς μας δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Κρίμα, ήταν ο καλύτερος τερματοφύλακας που είχαμε στη μπάλα. Τώρα πως θα μπορούσαμε να κερδίσουμε την αντίπαλη συμμορία, την ομάδα του Ανδρόνικου, του γιου του χωροφύλακα;

Το έβλεπες πως κάτι πολύ σημαντικό γινότανε ακόμα και στα μάτια του κυρ-Λάκη, του μπακάλη της γειτονιάς μας. Ο κυρ-Λάκης είχε τα μικρότερα μάτια του κόσμου. Σε κοίταζε και ένιωθες πως σε κοίταζε νυφίτσα, κι εγώ τις έτρεμα τις νυφίτσες... Ο μπαμπάς μου δεν μας άφηνε να ψωνίζουμε από το μαγαζί του. Έλεγε πως είναι χαφιές και ρουφιάνος και πως μια μέρα θα καταλήξει πνιγμένος μέσα στο τεράστιο εκείνο τσουβάλι με τις φακές που είχε στο μαγαζί του. Έλεγε πως ήταν και αρχικλέφταρος, που να το πεις όμως αυτό πουθενά; Μαύρο φίδι που θα σ’ έτρωγε! 

Μα πιο πολύ το ένιωθα πως κάτι πολύ σημαντικό γινότανε στα μάτια του πατέρα και της μάνας μου. Αχ εκείνη η μάνα μου... Μύριζε πάντα μερέντα και τριαντάφυλλο γλυκό. Και είχε μια αγκαλιά τόση δα, τεράστια. Μαγική. Μόλις χωνόμουν μέσα της, περνούσαν όλα. Ακόμα και τότε που έσπασα το χέρι μου, όταν μ’ αγκάλιαζε θαρρείς και σταματούσε ο πόνος. Κι ο πατέρας μου ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου. Λάτρευα τις Κυριακές, μετά το –μπλιάχ- κατηχητικό, που πηγαίναμε μαζί και μου μάθαινε μπάλα. Ο μπαμπάς μου δεν μιλούσε πολλά. Είχε λίγους μα καλούς φίλους. Είχε γεννηθεί και είχε ζήσει τα πιο πολλά χρόνια της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό δεν μου άρεζε τότε, στο σχολείο βλέπεις όλοι, με πρώτη την κυρία Ζαφειρούλα, με έλεγαν Τούρκο. Ο μπαμπάς μου ήταν και Αριστερός. Εγώ τότε δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό, πίστευα πως είναι κάποια αρρώστεια γιατί μας έλεγε εμένα και την αδελφή μου να μην το πούμε πουθενά. Πουθενά! Και κάθε φορά που έφερνε στο σπίτι εκείνα τα χαρτιά, καυγάδιζαν με τη μάνα μου. Εκείνη έκλαιγε και στο τέλος κατέληγαν να κλαίνε αγκαλιά και να λένε πως που θα πάει, θα περάσει ο χειμώνας. Κάθε φορά το ίδιο.

Μα εκείνες τις ημέρες τα μάτια και των δυο έλαμπαν. Διάβαζαν μαζί εκείνα τα χαρτιά που έφερνε ο πατέρας μου στο σπίτι και μας αγκάλιαζαν. Που και που ο πατέρας μου έκλαιγε και έλεγε πως μακάρι να γινότανε και να πήγαινε στην Αθήνα. Μακάρι να είχαμε τα λεφτά για τα εισιτήρια, έλεγε, και τότε θα τους έδειχνε αυτός. Την Παρασκευή δεν με άφησε να πάω στο σχολείο, θα τους έλεγε πως τάχα ήμουν άρρωστος. Μου είπε μάλιστα να μη βγω ούτε καν για μια βόλτα από το σπίτι. Το βράδυ της επόμενης ημέρας, του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου, με φώναξαν για να μου μιλήσουν. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που τους είδα και τους δυο τόσο σοβαρούς, τόσο σκυθρωπούς. Μου είπαν πως στην Αθήνα είχαν ξεσηκωθεί όλοι οι φοιτητές και είχαν κλειστεί μέσα στο Πανεπιστήμιο μέχρι να έφευγε η χούντα. Είχε μαζευτεί και πάρα πολύς κόσμος που δεν ήταν φοιτητές και είχε κλειστεί μαζί τους μέσα στο Πανεπιστήμιο. Αλλά ο στρατός τους είχε επιτεθεί με τα τανκς του και είχε σκοτώσει πάρα πολλούς ανθρώπους. Μα είναι δυνατόν; Ο στρατός υπάρχει για να σκοτώνει εχθρούς, πως είναι δυνατόν να σκοτώνει απλούς ανθρώπους. Όταν τελείωσαν τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα. Μου είπαν πως ότι κι αν συμβεί από εδώ και πέρα, να μη φοβηθώ. Μου είπαν πως ήμουν πια μεγάλος και δυνατός, δεν έπρεπε να φοβάμαι. Ακόμα κι αν χρειαστεί να φύγει για ταξίδι ο πατέρας μου, εγώ να μη φοβηθώ. Μα πως είναι δυνατόν να έφευγε ταξίδι; Εδώ δεν είχε λεφτά να πάει στην Αθήνα να βοηθήσει τους φοιτητές, ταξίδι θα έφευγε; Και μου είπαν πως πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να συζητήσω ποτέ τίποτα με κανέναν απ’ όσα είχα μάθει εκείνο το βράδυ. Ήμουν πια κι εγώ ένας μυστικός πράκτορας, ένας κατάσκοπος και έπρεπε με κάθε θυσία να κρατήσω το μυστικό που μου είχαν εμπιστευτεί.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο μικρός μαθητής της Τρίτης Δημοτικού του έτους 1973 μεγάλωσε και έγινε κι ο ίδιος φοιτητής. Πόνεσε με τη σειρά του, έκλαψε, γέλασε, ερωτεύτηκε. Μα η φλόγα που άναψε μέσα του εκείνο το βράδυ του Σαββάτου 17 Νοέμβρη του’73 δεν έσβησε ποτέ. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν από τότε, κάθε τέτοια μέρα νιώθει πιο δυνατός. Και φωνάζει παντού πως δεν θα αφήσει κανέναν τον ξαναγυρίσει στα παλιά. Δεν θα αφήσει ποτέ ξανά τον παλιό Διευθυντή του σχολείου του, τον κύριο Παπαδόπουλο, να στοιχειώσει τον ύπνο του και να σκοτώσει τα όνειρα του πάλι. Ούτε θα επιτρέψει ξανά στην κυρία Ζαφειρούλα να εξευτελίσει και πάλι παιδιά μέσα στην τάξη ή τον κυρ-Λάκη να στέλνει τον κόσμο εξορία όπως έκανε τότε. 
Το χρωστάει στον πατέρα του και τη μάνα του. Μα πάνω απ’ όλους το χρωστάει σε εκείνα τα παιδιά που έλιωσαν κάτω από τις ερπύστριες του τανκ.       

4 σχόλια:

  1. Στέφανε, έχω συγκλονιστεί. Αν αυτό το ρήμα μπορεί να αποτυπώσει το συναίσθημα μου. Καταρχήν συγχαρητήρια για αυτούς τους Γονείς. Μόνο με κεφαλαία γράμματα τούς ταιριάζει να τους αποκαλώ. Είναι Γονείς με κεφαλαία γράμματα, ο,τι δεν κατάφεραν δηλαδή να γίνουν ποτέ για κανένα παιδί, ο διευθυντής του σχολείου Παπαδόπουλος {μα, τι επίθετο κι αυτό ε; μάλλον το καταλληλότερο για εκείνον!!} και η "κυρία" {ο Θεός να την κάνει} Ζαφειρούλα... Για αυτές τις ιερές μνήμες μας -για το Πολυτεχνείο μιλάω φυσικά και μόνο...- αξίζουν φίλε Στέφανε αυτές οι αναμνήσεις... Την καλημέρα μου :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή μου Πέτρα... Σε υπερευχαριστώ!
      Τελικά έχουν δίκιο όλοι εκείνοι που λένε πως τα θεμέλια πάνω στα οποία θα ''χτιστεί' κανείς είναι τελικά εκείνα που του καθορίζουν την πορεία του στη ζωή.

      Διαγραφή
  2. Θα με πεις υπερβολική, αν πω ότι δάκρυσα;;;; Κανέναν να μην αφήσουμε, Στέφανε!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι συγκλονιστικό να συνειδητοποιεί κανείς πως κάποια πράγματα που σημάδεψαν την ίδια του τη ζωή αγγίζουν τελικά κι άλλους ανθρώπους...
      Ήταν από τις φορές εκείνες, πίστεψε με καλή μου φίλη, που δεν καταλάβαινα τι έγραφα όταν έγραφα αυτές τις σκέψεις. Έβγαιναν θαρρείς από μέσα μου μόνες τους. Διάβασα τι έγραψα όταν το τελείωσα...
      Σ' ευχαριστώ ρε συ, σ' ευχαριστώ πολύ για τη δύναμη που μου χαρίζεις!

      Διαγραφή