Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΑΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ...

Το ξυπνητήρι ήταν για μια ακόμα φορά πιστό στο καθημερινό του ραντεβού... Εσύ είχες ξυπνήσει, όμως, εδώ και πολύ ώρα κι έτσι το πρόλαβες πριν ξυπνήσει και τους υπόλοιπους στο σπίτι... Τι είχες ξυπνήσει δηλαδή, που, μάτι δεν είχες καταφέρει να κλείσεις όλη νύχτα...
Ακολούθησες το καθημερινό σου πρόγραμμα... Όπως ακριβώς έκανες κάθε πρωί, με θρησκευτική ευλάβεια, εδώ και εικοσιένα χρόνια... Μόνο που σήμερα δεν κατέβαινε μπουκιά... Ήταν βλέπεις αυτός ο κόμπος στο λαιμό σου που δεν άφηνε ούτε την ανάσα σου να κατέβει... Να το κοιτάξω, σκέφτηκες, να το κοιτάξω... Και χαμογέλασες πικρά...

Τίποτα δεν έδειχνε πως ήταν μια μέρα διαφορετική από τις άλλες...

Το αυτοκίνητο σου ήταν κάτω και σε περίμενε... Μπήκες μέσα και το πρώτο που έκανες ήταν να κλείσεις το ραδιόφωνο... Δεν ήθελες ν' ακούσεις λέξη σήμερα, βλέπεις... Έβαλες μπροστά και ξεκίνησες... Μόνο που σήμερα δεν θα πας στο γραφείο σου... Για την ακρίβεια δεν θα πας ποτέ ξανά στο γραφείο που πέρασες τα τελευταία εικοσιένα χρόνια της ζωής σου... Στη στιγμή πέρασαν ξανά όλα απ' το μυαλό σου...
   -Λυπόμαστε, σου είπε ο διευθυντής σου... Λυπόμαστε πολύ μα δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά... 
Έτσι ψυχρά... Κι απρόσωπα... Λες και δεν είχες δώσει και την ψυχή σου όλα αυτά τα χρόνια... Και μετά κάλεσε κι άλλους...  Ήταν σαν ταινία μόνο που, δυστυχώς, ο πρωταγωνιστής ήσουν εσύ... 
Δεν είπες τίποτα σε κανέναν... Πως, αλήθεια, να πεις κάτι τέτοιο; Ντρέπεσαι... Φοβάσαι... Τι φοβάσαι δηλαδή; Τρέμεις... Πως θα τους το πεις άραγε; Νιώθεις πως τα πάντα τελείωσαν εδώ... Τέλος διαδρομής... Εδώ κατεβαίνεις απ' το τρένο... 
Ξαφνικά, από χθες, άρχισες να προσέχεις πόσος πόνος υπάρχει γύρω σου... Πως αλήθεια δεν είχες καταφέρει ως τώρα να δεις πόσο όμορφα είναι τα μάτια του πιτσιρικά που σου καθάριζε τα τζάμια στο φανάρι της Κηφισίας; Και να... Ως δια μαγείας μπορείς πια να διακρίνεις πόσοι κοιμούνται στα παγκάκια... Πως αλήθεια να είναι να κοιμάται κάποιος στο δρόμο, αναρωτήθηκες... Και κρύωσε η ψυχή σου ακόμα περισσότερο... 
Πως αλήθεια θα τους το πεις; Εσύ... Που μέχρι χθες καμάρωνες για όλα εκείνα που είχες πετύχει... Δούλεψες... Σαν σκύλος... Και όπου χρειάστηκε, συμβιβάστηκες... Έπρεπε, έλεγες τότε στον καθρέφτη σου... Κι ήσουν περήφανος... Γι αυτό που ήσουν... Ή τουλάχιστον για εκείνο που νόμιζες πως ήσουν... Και τώρα; Τώρα πως θα τους το πεις; Αχ και να γύριζες το χρόνο πίσω... Πόσα θ' άλλαζες στ' αλήθεια... Αχ και να γύριζες το χρόνο πίσω... Τότε που φοβήθηκες κι έσκυψες το κεφάλι... Υποταγμένος σε όσα σου έλεγαν... Βλέπεις, ανησυχούσες μην τυχόν και χάσεις κάποια από εκείνα που ήσουν βέβαιος πως σου ανήκαν... Και τώρα να... Τα έχασες όλα... Και νιώθεις σκουπίδι... Αληθινό σκουπίδι... Αχ, πως θα τους το πεις;

Ήταν η μέρα που σηκώθηκες όρθιος και πάλι...

Η ώρα περνούσε αργά... Το ρολόι λες και είχε κολλήσει για πάντα στο χθεσινό μεσημέρι... Και εσύ βυθισμένος στις σκέψεις σου, τριγύριζες χωρίς σκοπό... Ούτε που έβλεπες που ήσουν... Μόνο προχωρούσες... Χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις... Χωρίς να υπάρχει πουθενά να πας... Κι οι εικόνες γύρω σου σε πλήγωναν... Μα πιο πολύ σε πλήγωνε που κατάλαβες ότι τόσο καιρό δεν τις έβλεπες... Ήσουν κλεισμένος σ' ένα γυάλινο κλουβί με τζάμια θαμπά... Και τώρα που έσπασαν μονομιάς, βλέπεις τα πάντα... Και πονάς... Αχ, πως θα τους το πεις; Πως θα ζήσεις; Τι θα κάνεις; Πως θα βρεις τη δύναμη να σηκωθείς και πάλι; Πως είναι δυνατόν να συνέβη αυτό σε σένα; Και φοβάσαι... Και κρυώνεις... 
Θέλεις να ουρλιάξεις... Μα είναι αυτός ο κόμπος στο λαιμό που δε σ' αφήνει... Σήκω, να πάρει... Σήκω και κάνε ότι δεν έκανες ως τώρα... Πάλεψε... Φώναξε... Πέτα το κουστούμι της σοβαροφάνειας, δε βλέπεις που πια δε σου κάνει; Πάρε την τύχη σου στα δικά σου χέρια... Και σφίξε τη γροθιά σου... Είδες που τελικά μπορείς να το κάνεις; Και να... Το ουρλιαχτό σου ακούγεται ως πέρα... Πάει κι ο κόμπος στο λαιμό σου... Να πως θα τους το πεις... Ουρλιάζοντας... Θα τους κοιτάξεις στα μάτια και θα τους πεις να μη φοβούνται... Είσαι εσύ εκεί... Όπως δεν ήσουν ποτέ... Είσαι όρθιος πια... Και θα νικήσεις... Τώρα το ξέρεις... Και για πρώτη φορά μετά από πολύ πολύ καιρό γελάς... Γελάς... Γελάς δυνατά... Δεν τους φοβάσαι... Δεν μπορούν να σε νικήσουν... Νίκησες πια τον ίδιο σου τον εαυτό...


Όχι... Δεν είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες... Δεν μπορεί να είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες... 

Γιατί, είναι η δικιά σου μέρα... Η μέρα που σηκώθηκες ξανά...    


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου