Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

ΚΙ ΕΓΙΝΕΣ ΠΑΛΙ ΠΑΙΔΙ...

Τότε... Τότε που όλα μπροστά σου είναι σκοτεινά και την ψυχή σου νιώθεις φυλακισμένη σε ανήλιαγα μπουντρούμια... Τότε που δειλιάζεις να πας έστω κι ένα βήμα πιο πέρα κι ο φόβος σε κάνει να αισθάνεσαι ασήμαντος και τιποτένιος... Τότε έρχεται εκείνη η στιγμή στη ζωή σου, είναι η στιγμή που νιώθεις ανίκητη την ανάγκη να γυρίσεις πίσω... Πίσω στα χρόνια τα παλιά, τότε που όλα ήταν απλά κι ονειρεμένα...

Μονάχα η παιδική καρδιά νικάει το φόβο...
Ναι, καλά κατάλαβες... Είναι τότε που υψώνεται μπροστά σου εκείνος ο γκρίζος τοίχος και δε σ' αφήνει πια να ονειρευτείς... Τότε που το στομάχι σου γίνεται κόμπος, σκέτος γόρδιος δεσμός, που λύνεται μόνο ταξιδεύοντας πίσω... Τότε που τα γόνατα σου λυγίζουν όπως την πρώτη φορά που ερωτεύτηκες κι ακόμα κι ένα βήμα μπροστά είναι τεράστιο πισωγύρισμα που δεν έχεις πια την τόλμη να το κάνεις... Και περνάν απ' το μυαλό σου μία μία όλες εκείνες οι στιγμές...  
Γίνεσαι παιδί και πάλι, με ματωμένα τα γόνατα απ' το παιχνίδι... Κουράστηκες, βλέπεις, να τα μετράς όλα και μετά ν' αποφασίζεις... 
Τι όμορφα που είναι όταν πηγαίνει μπροστά η καρδιά κι η λογική απλά ακολουθεί παραδομένη... Φτάνει... Ως εδώ... Τα ζύγισες... Τα μέτρησες... Έβαλες παντού κανόνες... Κανόνες και συρματοπλέγματα... Μα την παιδική σου την καρδιά είναι αδύνατον να κρύψεις... Προσπάθησες... Να την καταχωνιάσεις μέσα στο μπαούλο που κρύβεις τα συναισθήματα σου και μετά πέταξες το κλειδί... Μα εκείνη βγήκε... Μ' ένα τρόπο παιδικό... Και μαγικό...
Κι έγινες πάλι παιδί... Δεν άντεξες παραπάνω κι έπιασες απ' το χέρι τον άλλον και του χάρισες το πιο γλυκό σου χαμόγελο... Και μια αγκαλιά... Έτσι όπως κάνουν τα παιδιά... Χωρίς λόγια μεγάλα...  Δίχως να βλέπεις πια τις διαφορές σας... Ποτέ ένα παιδί δεν βλέπει αυτά που το χωρίζουν από τ' άλλα παιδιά... Μόνο βλέπει γύρω του φίλους... Κι άλλα παιδιά, που ΄ναι ίδια, ίδια κι απαράλλαχτα μ' εκείνο...

Είναι γεμάτη τόλμη η καρδιά ενός παιδιού...
Κι ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκες το πως ή το γιατί... Έγινες απλά πάλι παιδί... Και φτερούγισες πιασμένος χέρι χέρι με τ' άλλα παιδιά σε ουρανούς που μόνο εσύ διακρίνεις..
 Κι έγινες πάλι παιδί... Κι έπαιξες μέχρι να σου στείλει το πιο γλυκό του φιλί το φεγγάρι έξω στο δρόμο... Σταμάτησες να κρύβεσαι πια πίσω απ' τη σκιά που κάνει το δάχτυλο σου όταν το φως του ρίχνει το βλέμμα του... Ποτέ δεν κρύβεται σε μέρη σκοτεινά ένα παιδί, φοβάται βλέπεις το σκοτάδι...
Έγινες πάλι παιδί... Κι έπαιξες με την ψυχή σου με τ' άλλα παιδιά... Σου 'χε λείψει τόσο, βλέπεις, το παιχνίδι... Φοβόσουν... Φοβόσουν να παίξεις μήπως και χάσεις και κρυβόσουν γι αυτό απ' τους άλλους... Έχτισες τοίχους γύρω σου, να μη σε βλέπει ανθρώπου μάτι... Και έβαλες και  συρματοπλέγματα μην τυχόν και σ' αναγκάσουν να μοιραστείς αυτά που έχεις... Νόμιζες πως είχες μεγαλώσει, βλέπεις... Και μαζί με σένα, νόμισες πως μεγάλωσε και η καρδιά σου... Πως κρύωσε, πως πάγωσε, πως έχασε το κόκκινο της χρώμα... Όμως ήταν μόνο για λίγο...
Γιατί μόνο η καρδιά ενός παιδιού μπορεί να νιώσει τον άλλον... Και να του δώσει το χέρι για να τον σηκώσει απ' το βούρκο δίχως να φοβηθεί τη λάσπη...
Μόνο η καρδιά ενός παιδιού μπορεί να χτυπήσει με τους ρυθμούς που χτυπάει η καρδιά του άλλου... Και να νιώσει πως πονάει όταν κι η άλλη καρδιά πονάει...Να πονάει μαζί της... Αληθινά... Κι όχι ψεύτικα...


 Ειν' όμορφα, βλέπεις, να πηγαίνει μπροστά η καρδιά... Κι αν πονάει, δεν πειράζει... Είναι που μεγαλώνει...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου