Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΔΟΤΟΥ ΓΩΝΙΑ...

Την βλέπω συχνά... Και κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει πάνω στο δικό της, νιώθω το ίδιο βάρος τα γόνατα μου να λυγίζει... Μέσα απ' τα καθάρια, γεμάτα, αξιοπρέπεια μάτια που λεν καλημέρα κατευθείαν στην ψυχή σου...
Είναι πάντα εκεί, στο ίδιο πόστο... Ιπποκράτους και Διδότου γωνία... Λίγα μόλις μέτρα πιο πάνω από κει που φυλάνε τα όνειρα μας, μην τυχόν και δραπετεύσουν απ' την καραντίνα... Να μη μπορέσουν να μολύνουν κι άλλους...

Ήταν πάντοτε εκεί... Απόγνωσης κι αξιοπρέπειας γωνία...

Δεν έλεγε τίποτα... Δεν της έπαιρνες ποτέ σου ούτε λέξη... Ήταν εκεί, γύρω στα πενήντα, κι είχε το χρώμα που 'χει τ' ασήμι στα μαλλιά της... Δε είχε καν το χέρι της με την παλάμη ανοιχτή να αντικρίζει τον ουρανό της Αθήνας μας τεντωμένο μπροστά... Δεν ζητούσε ποτέ της τίποτα... Κι ας έμοιαζε να 'ναι μόνη μες την καταιγίδα... Μόνο καθόταν στα σκαλιά της εισόδου μιας πολυκατοικίας... Της ίδιας πάντα πολυκατοικίας... Καθόταν και σε κοίταζε... Κατάματα... Πόσο καιρό αλήθεια έχω να τολμήσω να κοιτάξω κάποιον μέσα στα μάτια; Σε κοίταζε κι είχε στο πρόσωπο της εκείνη την αντάρα που μαζί με τη γαλήνη της χάριζε μια γλύκα που μόνο κάποιος που πάλεψε πολύ μπορούσε να 'χει... Αντάρα και γαλήνη... Συμφιλιωμένες... Πως γίνεται στ' αλήθεια αυτό;
Απόγνωση κι αξιοπρέπεια... Γαλήνη και αντάρα... Πως μπορούν τ' αντίθετα να ζούνε χώρια; Είναι φτιαγμένα να 'ναι ένα...Κι όχι να ζούνε μακριά, σε πεζοδρόμια αντικριστά...

Κι είχε στα μάτια της, τη δύναμη πάντοτε ζωγραφισμένη...
Ρώτησα για αυτήν... Έψαξα... Κανένας όμως δεν ήξερε... Κανείς δεν τόλμαγε να ρωτήσει... Μόνο την βλέπανε... Όπως βλέπεις αυτό που φοβάσαι ν' αντικρίσεις... Στα κλεφτά... Και όταν τα βράδια χανόταν σαν σκιά, χορεύοντας παρέα μ' όλες τις υπόλοιπες σκιές αυτής της άγριας πόλης, έφευγε το βάρος απ' όλους μας... Ξαλαφρώναμε απ' αυτό με περίσσια ανακούφιση... Ποια να 'ταν, άραγε; Και που να πήγαινε κάθε φορά που η βροχή ξέπλενε με λύσσα τη βρωμιά αυτής της πόλης; Σε ποια γωνιά της Αθήνας, την ελπίδα να ζητούσε; Κι τι χρώμα να 'χανε, άραγε, τα όνειρα της; Κανείς δεν ήξερε... Κανένας δεν τόλμαγε να ρωτήσει... Κανείς δεν τα κατάφερνε κατάματα το βλέμμα της ν' αντέξει...  Και στον καθρέφτη που έκρυβαν τα μάτια της να μπορέσει να κοιτάξει...
 Χθες το βράδυ την είδα ξανά... Για τελευταία φορά... Κι ήταν το βλέμμα της ακίνητο και παγωμένο... Γυάλινο... Κι είδα μέσα του το πρόσωπο μου... Και το δικό σου... Ήταν εκεί ακίνητη... Κι είχε στα μάτια της κλεισμένα, τα όνειρα μας που μας παίρνουν...



Ήμουν εγώ... Ήσουν εσύ... Και θα 'μαστε αύριο όλοι μας εκεί... Απόγνωσης κι αξιοπρέπειας γωνία...     






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου