Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΚΥΛΑΕΙ...

Κάποτ' ένα δάκρυ αποφάσισε βγει και να γνωρίσει τον κόσμο έξω... Ήταν, βλέπεις, πολύ καιρό κλεισμένο μεσα στης αδιαφορίας το κενό, τόσο που νόμιζε ότι κόντευε να στερέψει... Πήρε λοιπόν μια βαθιά ανάσα, μάζεψε τα κουράγια του, φορτώθηκε με όνειρα πολλά κι άρχισε ν' ανοίγει το παράθυρο της ψυχής του... Ένα δάκρυ ξεκινάει πάντα, βλέπεις, το ταξίδι του μέσα απ' την ψυχή... Πήρε φόρα λοιπόν και πήδηξ' έξω απ' του ματιού τη ζεστασιά, γεμάτο προσμονή κι ελπίδα...



Ο πρώτος που αντίκρυσε, ήταν κάποιος που κοιμόταν στο δρόμο... Του 'κανε τόση εντύπωση... Πως μπορούσε άραγε κάποιος να προτιμάει ένα παγκάκι απο ένα σπίτι; Το δάκρυ τον πλησίασε, ήταν βλέπεις ο πρώτος άνθρωπος που έβλεπε στη ζωή του... Ήταν μόνος του κι έμοιαζε να πονάει... Μύριζε άσχημα, σα να 'χε να πλυθεί για δυό ζωές... Μόλο που ήταν καλοκαίρι,είχε τόση  παγωνιά γύρω του που το δάκρυ ένιωσε να σφίγγεται... Γι αυτό δεν άντεξε και γύρισε τη ματιά του αλλού... Έψαχνε, βλέπεις, τα όμορφα, εκείνα που άκουγε στα τραγούδια της ψυχής του τόσο καιρό τώρα... Που να 'ταν άραγε αυτά;


Λίγο πιο πέρα συνάντησε κάποιον άλλο που αντί για πόδι είχε μιά νάρκη... Κρατούσε ένα σάκο, γεμάτος  θα 'τανε με αναμνήσεις θαρρώ και μιλούσε μια λαλιά περίεργη... Δεν την καταλάβαινε... Ξένος θα 'τανε, μάλλον δε θα ΄ταν απο δω... Μύριζε και μπαρούτι η πληγή του και το δάκρυ δεν την άντεχε αυτή τη μυρωδιά... Στο μοναδικό του πόδι έσερνε μια αλυσίδα που τελείωνε σε μιά μπάλα σιδερένια... Φαινόταν τόσο βαριά, σκλάβος θα πρέπει να 'τανε... Το δάκρυ δάκρυσε και κύλησε να πάει παραπέρα... Δεν μπορούσε άλλο, έπρεπε να χαμογελάσει... Μα δεν ήταν ικανό... Δεν τα 'χε φανταστεί πως θα 'ταν έτσι... Πόνεσε πολύ και πίσω ήθελε, γρήγορα, να γυρίσει... Πως μπορεί να υπάρχει τόσος πόνος, αναρωτιόταν... Γιατί;



Άξαφνα όμως πιο πέρα, είδε ένα μικρό παιδί... Τα ρούχα του ήταν σκισμένα, παλιά κι απ' την ψυχή του έτρεχε αίμα... Βρώμικο ήταν και μύριζε κι όλοι οι άνθρωποι μόλις τ' αντίκρυζαν το βλέμμα μ' αηδία αλλού γυρνούσαν... Είχε πληγές στο σώμα του, παπούτσια δε φορούσε... Μα εκείνο έπαιζε, θαρρείς και δεν πονούσε... Έπαιζε με μια σπασμένη καρδιά το κουτσό και γελούσε ως και η καρδιά του... Γελούσε δυνατά... Τόσο δυνατά που ακουγόταν ως πέρα... Ως εκεί που όι άνθρωποι έχασαν τα αυτιά τους μαζί με την ψυχή τους... Και μόλις εκείνο είδε το δάκρυ, στη χούφτα το πήρε... Του δωσ' ένα φιλί στα όνειρα και του 'πε να μη λυπάται... Όλα θα φτιάξουν, όλα θα γίνουν όπως παλιά... Κι έπαιξε μαζί του μέχρι να χαράξει...


Έτσι το δάκρυ πίσω γύρισε... Είχε βρει αυτό που όλοι λέγαν ευτυχία... Είχε επιτέλους βρει αυτό που έψαχνε... Και έτσι μέσα στην ψυχή απ' όπου είχ' έρθει, γεμάτο ξαναμπήκε... Κι ορκίστηκε να ξαναβγεί μόνο αν δει ένα παιδί να κλαίει... 






Μόνο αν δει ένα παιδί το δάκρυ να ζητάει..






\

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου